ακονητής
•
- επάγγελμαο ακονιστής, ο τροχιστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακονητής < αρχαία ελληνική ἀκονητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακονητής | ακονητές |
| Γενική | ακονητή | ακονητών |
| Αιτιατική | ακονητή | ακονητές |
| Κλητική | ακονητή | ακονητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →