ακονιστήρι
•
- το όργανο που χρησιμοποιείται για ακόνισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακονιστήρι < (ακονίζω) ακονισ- + -τήρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακονιστήρι | ακονιστήρια |
| Γενική | ακονιστηριού | ακονιστηριών |
| Αιτιατική | ακονιστήρι | ακονιστήρια |
| Κλητική | ακονιστήρι | ακονιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →