Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακοπάνιστος

/a.koˈpa.ni.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν το έχουν κοπανίσει, ώστε να κατακερματιστεί ή να τριφτεί Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου δεν τον βάρεσαν με τον κόπανο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακοπάνιστος < (στερητικό) α- + (κοπανίζω) κοπανισ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακοπάνιστοςακοπάνιστηακοπάνιστο
Γενικήακοπάνιστουακοπάνιστηςακοπάνιστου
Αιτιατικήακοπάνιστοακοπάνιστηακοπάνιστο
Κλητικήακοπάνιστεακοπάνιστηακοπάνιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακοπάνιστοιακοπάνιστεςακοπάνιστα
Γενικήακοπάνιστωνακοπάνιστωνακοπάνιστων
Αιτιατικήακοπάνιστουςακοπάνιστεςακοπάνιστα
Κλητικήακοπάνιστοιακοπάνιστεςακοπάνιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →