ακοστάρισμα
•
- ναυτικός όροςτο πλεύρισμα (στην ακτή ή σε άλλο πλεούμενο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακοστάρισμα < ακοστάρω + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακοστάρισμα | ακοσταρίσματα |
| Γενική | ακοσταρίσματος | ακοσταρισμάτων |
| Αιτιατική | ακοστάρισμα | ακοσταρίσματα |
| Κλητική | ακοστάρισμα | ακοσταρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →