ακουστά
•
- για κάτι που το έχουμε ακούσει, που το γνωρίζουμε εξ ακοής Βικιλεξικό
- Τον ξέρεις τον Τάδε το γιατρό; - Τον έχω ακουστά.
Ετυμολογία
ακουστά < ακουστός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ακουστά < ακουστός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →