ακουστικό
•
- η συσκευή ή το τμήμα συσκευής που βάζουμε στο αφτί μας για να ακούσουμε Βικιλεξικό
- ειδικότερατο μέρος ενός τηλεφώνου που ακουμπάμε στο αφτί μας για να ακούσουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακουστικό < ακουστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακουστικό | ακουστικά |
| Γενική | ακουστικού | ακουστικών |
| Αιτιατική | ακουστικό | ακουστικά |
| Κλητική | ακουστικό | ακουστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →