ακουστικό δάνειο
•
- γλωσσολογίαείδος γλωσσικού δανείου, που προκύπτει ακουστικά από την προφορά μιας λέξης από την επαφή των ομιλητών τής δανείστριας γλώσσας με τους ομιλητές τής αποδέκτριας γλώσσας, είτε παραμένει απροσάρμοστο, είτε προσαρμόζεται στην προφορά ή και το κλιτικό σύστημά της Βικιλεξικό
- Η λέξη κομπιούτερ είναι απροσάρμοστο λόγιο ακουστικό δάνειο ενώ η λέξη βενζίνη είναι κλιτή, προσαρμοοσμένο λόγιο οπτικό δάνειο.
- Ενώ το κύριο όνομα Μότσαρτ /ˈmo.t͡saɾt/ είναι ακουστικό δάνειο από το γερμανικό Mozart /ˈmoː.t͡saʁt/, υπάρχει και το Μόζαρτ, που είναι οπτικό δάνειο της ίδιας προέλευσης.
- > υπερώνυμα: γλωσσικό δάνειο, δάνειο
Ετυμολογία
ακουστικό δάνειο → δείτε ακουστικός και δάνειο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακουστικό δάνειο | ακουστικά δάνεια |
| Γενική | ακουστικού δάνειου / ακουστικού δανείου | ακουστικών δάνειων / ακουστικών δανείων |
| Αιτιατική | ακουστικό δάνειο | ακουστικά δάνεια |
| Κλητική | ακουστικό δάνειο | ακουστικά δάνεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →