ακούγομαι
•
- με ακούν, παράγω ήχο και η παρουσία μου γίνεται αντιληπτή χάρη στον ήχο που παράγω Βικιλεξικό
- ένα πιάνο ακουγόταν να παίζει στο διπλανό σπίτι
- μπορεί κάποιος να με ακούσει Βικιλεξικό
- η καμπάνα ακούγεται από μεγάλη απόσταση
- με γενική προσώπουδημιουργώ σε κάποιον που με ακούει μια ορισμένη εντύπωση Βικιλεξικό
- κάτι δεν πρέπει να είναι σωστό, μου ακούγεται παράξενα
- στο γ' πρόσωπογια φήμη που διαδίδεται Βικιλεξικό
- ακούστηκε ότι θα γίνουν νέες περικοπές
- γίνομαι ανεκτός όταν κάποιος με ακούει Βικιλεξικό
- αυτή η μουσική δεν ακούγεται
Ετυμολογία
ακούγομαι, παθητικη φωνή του ακού(γ)ω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακούγομαι | ακούγεσαι | ακούγεται | ακουγόμαστε | ακούγεστε | ακούγονται |
| Παρατατικός | ακουγόμουν / ακουγόμουνα | ακουγόσουν / ακουγόσουνα | ακουγόταν / ακουγότανε | ακουγόμασταν / ακουγόμαστε | ακουγόσασταν / ακουγόσαστε | ακουγόντουσαν / ακούγονταν |
| Αόριστος | ακούστηκα | ακούστηκες | ακούστηκε | ακουστήκαμε | ακουστήκατε | ακουστήκαν / ακουστήκανε / ακούστηκαν |
| Μέλλοντας | θα ακουστώ / θα ακούγομαι | θα ακουστείς / θα ακούγεσαι | θα ακουστεί / θα ακούγεται | θα ακουγόμαστε / θα ακουστούμε | θα ακουστείτε / θα ακούγεστε | θα ακουστούν / θα ακουστούνε / θα ακούγονται |
| Παρακείμενος | έχω ακουστεί | έχεις ακουστεί | έχει ακουστεί | έχουμε ακουστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακουστεί | είχες ακουστεί | είχε ακουστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακουστεί / να ακουστώ / να ακούγομαι | να έχεις ακουστεί / να ακουστείς / να ακούγεσαι | να έχει ακουστεί / να ακουστεί / να ακούγεται | να έχουμε ακουστεί / να ακουγόμαστε / να ακουστούμε | να ακουστείτε / να ακούγεστε | να ακουστούν / να ακουστούνε / να ακούγονται |
| Προστακτική | — | ακούγου | — | — | ακουστείτε / ακούγεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →