ακούμπισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ακουμπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακούμπισμα < μεσαιωνική ελληνική ακούμπισμα < ακουμπίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακούμπισμα | ακουμπίσματα |
| Γενική | ακουμπίσματος | ακουμπισμάτων |
| Αιτιατική | ακούμπισμα | ακουμπίσματα |
| Κλητική | ακούμπισμα | ακουμπίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →