ακούνητος
•
- ακίνητος αλλά συνήθως προϋποθέτει ότι κάποιος προσπαθεί να τον κουνήσει (και δεν είναι γενικά και αόριστα ακίνητος, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να τον πιέζουν) Βικιλεξικό
- Τόσα του σύρανε, αλλά αυτός εκεί, ακούνητος στο υπουργιλίκι του
- ακίνητος με δική του πρωτοβουλία παρ' ότι δύσκολο Βικιλεξικό
- στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα
- που δεν μπορεί να κουνηθεί, ασήκωτο, για κάτι βαρύ Βικιλεξικό
- ακούνητος μπουφές, θέλει γερανό
- που δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακούνητος < (στερητικό) α- + (κουνάω) κουνη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακούνητος | ακούνητη | ακούνητο |
| Γενική | ακούνητου | ακούνητης | ακούνητου |
| Αιτιατική | ακούνητο | ακούνητη | ακούνητο |
| Κλητική | ακούνητε | ακούνητη | ακούνητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακούνητοι | ακούνητες | ακούνητα |
| Γενική | ακούνητων | ακούνητων | ακούνητων |
| Αιτιατική | ακούνητους | ακούνητες | ακούνητα |
| Κλητική | ακούνητοι | ακούνητες | ακούνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →