Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακούνητος

/aˈku.ni.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ακίνητος αλλά συνήθως προϋποθέτει ότι κάποιος προσπαθεί να τον κουνήσει (και δεν είναι γενικά και αόριστα ακίνητος, με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να τον πιέζουν) Βικιλεξικό
    • Τόσα του σύρανε, αλλά αυτός εκεί, ακούνητος στο υπουργιλίκι του
  2. ακίνητος με δική του πρωτοβουλία παρ' ότι δύσκολο Βικιλεξικό
    • στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα
  3. που δεν μπορεί να κουνηθεί, ασήκωτο, για κάτι βαρύ Βικιλεξικό
    • ακούνητος μπουφές, θέλει γερανό
  4. που δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακούνητος < (στερητικό) α- + (κουνάω) κουνη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακούνητοςακούνητηακούνητο
Γενικήακούνητουακούνητηςακούνητου
Αιτιατικήακούνητοακούνητηακούνητο
Κλητικήακούνητεακούνητηακούνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακούνητοιακούνητεςακούνητα
Γενικήακούνητωνακούνητωνακούνητων
Αιτιατικήακούνητουςακούνητεςακούνητα
Κλητικήακούνητοιακούνητεςακούνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →