ακούρευτος
•
- που δεν έχει κουρευτεί Βικιλεξικό
- Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφράζει επίσης την εποχή (Μανώλης Νταλούκας, Ελληνικό ροκ: Iστορία της νεανικής κουλτούρας από τη γενιά του Xάους μέχρι το θάνατο του Παύλου Σιδηρόπουλου: 1945-1990, εκδ. Άγκυρα, 2008, σελ. 185)
Ετυμολογία
ακούρευτος < α- στερητικό + κουρεύω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακούρευτος | ακούρευτη | ακούρευτο |
| Γενική | ακούρευτου | ακούρευτης | ακούρευτου |
| Αιτιατική | ακούρευτο | ακούρευτη | ακούρευτο |
| Κλητική | ακούρευτε | ακούρευτη | ακούρευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακούρευτοι | ακούρευτες | ακούρευτα |
| Γενική | ακούρευτων | ακούρευτων | ακούρευτων |
| Αιτιατική | ακούρευτους | ακούρευτες | ακούρευτα |
| Κλητική | ακούρευτοι | ακούρευτες | ακούρευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →