Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακούσια

επίρρημα
•
  1. άθελα, χωρίς τη θέληση κάποιου, πχ. κατά λάθος ή τυχαία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακούσια < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →