ακράδαντα
•
- με ακράδαντο τρόπο, σταθερά, χωρίς αμφιβολία, χωρίς κανείς να μπορεί να (με) κλονίσει Βικιλεξικό
- πιστεύω ακράδαντα ότι το αύριο θα είναι καλύτερο
Ετυμολογία
ακράδαντα < ακράδαντος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →