Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του: άκρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακρίτσα < άκρη + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακρίτσαακρίτσες
Γενικήακρίτσας—
Αιτιατικήακρίτσαακρίτσες
Κλητικήακρίτσαακρίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →