Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακριανός

/a.kɾi.aˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στην άκρη, ο τελευταίος προς την εξωτερική πλευρά ή προς το τέλος μιας σειράς, αυτός που βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού, ή του οικοδομικού τετραγώνου, στο τέλος του ή στη γωνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακριανός < άκρ(η) + -ιανός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριανόςακριανήακριανό
Γενικήακριανούακριανήςακριανού
Αιτιατικήακριανόακριανήακριανό
Κλητικήακριανέακριανήακριανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριανοίακριανέςακριανά
Γενικήακριανώνακριανώνακριανών
Αιτιατικήακριανούςακριανέςακριανά
Κλητικήακριανοίακριανέςακριανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →