ακριανός
•
- που βρίσκεται στην άκρη, ο τελευταίος προς την εξωτερική πλευρά ή προς το τέλος μιας σειράς, αυτός που βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού, ή του οικοδομικού τετραγώνου, στο τέλος του ή στη γωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακριανός < άκρ(η) + -ιανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακριανός | ακριανή | ακριανό |
| Γενική | ακριανού | ακριανής | ακριανού |
| Αιτιατική | ακριανό | ακριανή | ακριανό |
| Κλητική | ακριανέ | ακριανή | ακριανό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακριανοί | ακριανές | ακριανά |
| Γενική | ακριανών | ακριανών | ακριανών |
| Αιτιατική | ακριανούς | ακριανές | ακριανά |
| Κλητική | ακριανοί | ακριανές | ακριανά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →