ακριβαίνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι πιο ακριβό, του ανεβάζω την τιμή Βικιλεξικό
- τα ακρίβυναν πάλι τα ψάρια
- αμετάβατογίνομαι πιο ακριβός Βικιλεξικό
- κάθε μέρα ακριβαίνει το ψάρι
Ετυμολογία
ακριβαίνω < ακριβ(ός) + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακριβαίνω | ακριβαίνεις | ακριβαίνει | ακριβαίνουμε | ακριβαίνετε | ακριβαίνουν / ακριβαίνουνε |
| Παρατατικός | ακρίβαινα | ακρίβαινες | ακρίβαινε | ακριβαίναμε | ακριβαίνατε | ακρίβαιναν / ακριβαίναν / ακριβαίνανε |
| Αόριστος | ακρίβυνα | ακρίβυνες | ακρίβυνε | ακριβύναμε | ακριβύνατε | ακρίβυναν / ακριβύναν / ακριβύνανε |
| Μέλλοντας | θα ακριβαίνω / θα ακριβύνω | θα ακριβαίνεις / θα ακριβύνεις | θα ακριβαίνει / θα ακριβύνει | θα ακριβαίνουμε / θα ακριβύνουμε | θα ακριβαίνετε / θα ακριβύνετε | θα ακριβαίνουν / θα ακριβαίνουνε / θα ακριβύνουν / θα ακριβύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακριβύνει | έχεις ακριβύνει | έχει ακριβύνει | έχουμε ακριβύνει | έχετε ακριβύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακριβύνει | είχες ακριβύνει | είχε ακριβύνει | είχαμε ακριβύνει | είχατε ακριβύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ακριβύνει / να ακριβαίνω / να ακριβύνω | να έχεις ακριβύνει / να ακριβαίνεις / να ακριβύνεις | να έχει ακριβύνει / να ακριβαίνει / να ακριβύνει | να έχουμε ακριβύνει / να ακριβαίνουμε / να ακριβύνουμε | να έχετε ακριβύνει / να ακριβαίνετε / να ακριβύνετε | να ακριβαίνουν / να ακριβαίνουνε / να ακριβύνουν / να ακριβύνουνε |
| Προστακτική | — | ακρίβαινε / ακρίβυνε | — | — | ακριβαίνετε / ακριβύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →