Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακριβαίνω

/a.kɾiˈve.no/ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι πιο ακριβό, του ανεβάζω την τιμή Βικιλεξικό
    • τα ακρίβυναν πάλι τα ψάρια
  2. αμετάβατογίνομαι πιο ακριβός Βικιλεξικό
    • κάθε μέρα ακριβαίνει το ψάρι

Ετυμολογία

ακριβαίνω < ακριβ(ός) + -αίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςακριβαίνωακριβαίνειςακριβαίνειακριβαίνουμεακριβαίνετεακριβαίνουν / ακριβαίνουνε
Παρατατικόςακρίβαιναακρίβαινεςακρίβαινεακριβαίναμεακριβαίνατεακρίβαιναν / ακριβαίναν / ακριβαίνανε
Αόριστοςακρίβυναακρίβυνεςακρίβυνεακριβύναμεακριβύνατεακρίβυναν / ακριβύναν / ακριβύνανε
Μέλλονταςθα ακριβαίνω / θα ακριβύνωθα ακριβαίνεις / θα ακριβύνειςθα ακριβαίνει / θα ακριβύνειθα ακριβαίνουμε / θα ακριβύνουμεθα ακριβαίνετε / θα ακριβύνετεθα ακριβαίνουν / θα ακριβαίνουνε / θα ακριβύνουν / θα ακριβύνουνε
Παρακείμενοςέχω ακριβύνειέχεις ακριβύνειέχει ακριβύνειέχουμε ακριβύνειέχετε ακριβύνει—
Υπερσυντέλικοςείχα ακριβύνειείχες ακριβύνειείχε ακριβύνειείχαμε ακριβύνειείχατε ακριβύνει—
Υποτακτικήνα έχω ακριβύνει / να ακριβαίνω / να ακριβύνωνα έχεις ακριβύνει / να ακριβαίνεις / να ακριβύνειςνα έχει ακριβύνει / να ακριβαίνει / να ακριβύνεινα έχουμε ακριβύνει / να ακριβαίνουμε / να ακριβύνουμενα έχετε ακριβύνει / να ακριβαίνετε / να ακριβύνετενα ακριβαίνουν / να ακριβαίνουνε / να ακριβύνουν / να ακριβύνουνε
Προστακτική—ακρίβαινε / ακρίβυνε——ακριβαίνετε / ακριβύνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →