ακριβοεξετάζω
•
- σπάνιοεξετάζω προσεκτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακριβοεξετάζω < ακριβός + -ο- + εξετάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακριβοεξετάζω | ακριβοεξετάζεις | ακριβοεξετάζει | ακριβοεξετάζουμε | ακριβοεξετάζετε | ακριβοεξετάζουν / ακριβοεξετάζουνε |
| Παρατατικός | ακριβοεξέταζα | ακριβοεξέταζες | ακριβοεξέταζε | ακριβοεξετάζαμε | ακριβοεξετάζατε | ακριβοεξέταζαν / ακριβοεξετάζαν / ακριβοεξετάζανε |
| Αόριστος | ακριβοεξέτασα | ακριβοεξέτασες | ακριβοεξέτασε | ακριβοεξετάσαμε | ακριβοεξετάσατε | ακριβοεξέτασαν / ακριβοεξετάσαν / ακριβοεξετάσανε |
| Μέλλοντας | θα ακριβοεξετάζω / θα ακριβοεξετάσω | θα ακριβοεξετάζεις / θα ακριβοεξετάσεις | θα ακριβοεξετάζει / θα ακριβοεξετάσει | θα ακριβοεξετάζουμε / θα ακριβοεξετάσουμε | θα ακριβοεξετάζετε / θα ακριβοεξετάσετε | θα ακριβοεξετάζουν / θα ακριβοεξετάζουνε / θα ακριβοεξετάσουν / θα ακριβοεξετάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακριβοεξετάσει | έχεις ακριβοεξετάσει | έχει ακριβοεξετάσει | έχουμε ακριβοεξετάσει | έχετε ακριβοεξετάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακριβοεξετάσει | είχες ακριβοεξετάσει | είχε ακριβοεξετάσει | είχαμε ακριβοεξετάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακριβοεξετάσει / να ακριβοεξετάζω / να ακριβοεξετάσω | να έχεις ακριβοεξετάσει / να ακριβοεξετάζεις / να ακριβοεξετάσεις | να έχει ακριβοεξετάσει / να ακριβοεξετάζει / να ακριβοεξετάσει | να έχουμε ακριβοεξετάσει / να ακριβοεξετάζουμε / να ακριβοεξετάσουμε | να έχετε ακριβοεξετάσει / να ακριβοεξετάζετε / να ακριβοεξετάσετε | να ακριβοεξετάζουν / να ακριβοεξετάζουνε / να ακριβοεξετάσουν / να ακριβοεξετάσουνε |
| Προστακτική | — | ακριβοεξέταζε / ακριβοεξέτασε | — | — | ακριβοεξετάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ακριβοεξετάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →