ακριβολογώ
•
- μιλώ με σαφήνεια, αναλυτικά, δεν αφήνω περιθώριο να παρερμηνευθούν τα λεγόμενά μου με αοριστολογίες, κυριολεκτώ Βικιλεξικό
- Τα χάσατε,ε; Νομίζετε ότι τα παραλέω. Εγώ όμως ακριβολογώ -όπως σας τα' πα γίνανε τα πράματα
Ετυμολογία
ακριβολογώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκριβολογῶ (αρχαία ελληνική ἀκριβολογέομαι / ἀκριβολογοῦμαι)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακριβολογώ | ακριβολογείς | ακριβολογεί | ακριβολογούμε | ακριβολογείτε | ακριβολογούν / ακριβολογούνε |
| Παρατατικός | ακριβολογούσα | ακριβολογούσες | ακριβολογούσε | ακριβολογούσαμε | ακριβολογούσατε | ακριβολογούσαν / ακριβολογούσανε |
| Αόριστος | ακριβολόγησα | ακριβολόγησες | ακριβολόγησε | ακριβολογήσαμε | ακριβολογήσατε | ακριβολογήσαν / ακριβολογήσανε / ακριβολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ακριβολογήσω / θα ακριβολογώ | θα ακριβολογήσεις / θα ακριβολογείς | θα ακριβολογήσει / θα ακριβολογεί | θα ακριβολογήσουμε / θα ακριβολογούμε | θα ακριβολογήσετε / θα ακριβολογείτε | θα ακριβολογήσουν / θα ακριβολογήσουνε / θα ακριβολογούν / θα ακριβολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακριβολογήσει | έχεις ακριβολογήσει | έχει ακριβολογήσει | έχουμε ακριβολογήσει | έχετε ακριβολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακριβολογήσει | είχες ακριβολογήσει | είχε ακριβολογήσει | είχαμε ακριβολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακριβολογήσει / να ακριβολογήσω / να ακριβολογώ | να έχεις ακριβολογήσει / να ακριβολογήσεις / να ακριβολογείς | να έχει ακριβολογήσει / να ακριβολογήσει / να ακριβολογεί | να έχουμε ακριβολογήσει / να ακριβολογήσουμε / να ακριβολογούμε | να έχετε ακριβολογήσει / να ακριβολογήσετε / να ακριβολογείτε | να ακριβολογήσουν / να ακριβολογήσουνε / να ακριβολογούν / να ακριβολογούνε |
| Προστακτική | — | ακριβολόγει / ακριβολόγησε | — | — | ακριβολογήστε / ακριβολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →