Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακριβολόγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που αρέσκεται να μιλά με απόλυτη σαφήνεια, να ξεκαθαρίζει το νόημα που θέλει να μεταδώσει, να μην αφήνει κενά που θα οδηγούσαν σε παρερμηνείες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακριβολόγος < αρχαία ελληνική ἀκριβολόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριβολόγοςακριβολόγα / ακριβολόγοςακριβολόγο
Γενικήακριβολόγουακριβολόγας / ακριβολόγουακριβολόγου
Αιτιατικήακριβολόγοακριβολόγα / ακριβολόγοακριβολόγο
Κλητικήακριβολόγεακριβολόγα / ακριβολόγεακριβολόγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριβολόγοιακριβολόγες / ακριβολόγοιακριβολόγα
Γενικήακριβολόγωνακριβολόγωνακριβολόγων
Αιτιατικήακριβολόγουςακριβολόγες / ακριβολόγουςακριβολόγα
Κλητικήακριβολόγοιακριβολόγες / ακριβολόγοιακριβολόγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →