ακριβοπληρώνω
•
- πληρώνω περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε Βικιλεξικό
- μεταφορικάυφίσταμαι με δριμύτητα τις συνέπειες ενός λάθους μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακριβοπληρώνω < ακριβο- (ακριβός) + πληρώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακριβοπληρώνω | ακριβοπληρώνεις | ακριβοπληρώνει | ακριβοπληρώνουμε | ακριβοπληρώνετε | ακριβοπληρώνουν / ακριβοπληρώνουνε |
| Παρατατικός | ακριβοπλήρωνα | ακριβοπλήρωνες | ακριβοπλήρωνε | ακριβοπληρώναμε | ακριβοπληρώνατε | ακριβοπλήρωναν / ακριβοπληρώναν / ακριβοπληρώνανε |
| Αόριστος | ακριβοπλήρωσα | ακριβοπλήρωσες | ακριβοπλήρωσε | ακριβοπληρώσαμε | ακριβοπληρώσατε | ακριβοπλήρωσαν / ακριβοπληρώσαν / ακριβοπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ακριβοπληρώνω / θα ακριβοπληρώσω | θα ακριβοπληρώνεις / θα ακριβοπληρώσεις | θα ακριβοπληρώνει / θα ακριβοπληρώσει | θα ακριβοπληρώνουμε / θα ακριβοπληρώσουμε | θα ακριβοπληρώνετε / θα ακριβοπληρώσετε | θα ακριβοπληρώνουν / θα ακριβοπληρώνουνε / θα ακριβοπληρώσουν / θα ακριβοπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ακριβοπληρώσει | έχεις ακριβοπληρώσει | έχει ακριβοπληρώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακριβοπληρώσει | είχες ακριβοπληρώσει | είχε ακριβοπληρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακριβοπληρώσει / να ακριβοπληρώνω / να ακριβοπληρώσω | να έχεις ακριβοπληρώσει / να ακριβοπληρώνεις / να ακριβοπληρώσεις | να έχει ακριβοπληρώσει / να ακριβοπληρώνει / να ακριβοπληρώσει | να ακριβοπληρώνουμε / να ακριβοπληρώσουμε | να ακριβοπληρώνετε / να ακριβοπληρώσετε | να ακριβοπληρώνουν / να ακριβοπληρώνουνε / να ακριβοπληρώσουν / να ακριβοπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ακριβοπληρωμένο / ακριβοπλήρωνε / ακριβοπλήρωσε | — | — | ακριβοπληρώνετε / ακριβοπληρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ακριβοπληρώθηκαακριβοπληρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →