Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακριλικός

/a.kri.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαάλλη γραφή του ακρυλικός Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοακριλικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακριλικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική acrylique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική acrylic < acroléine / acrolein (=ακρολεΐνη) < λατινική acer + oleo + αρχαία ελληνική ὕλη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριλικόςακριλικήακριλικό
Γενικήακριλικούακριλικήςακριλικού
Αιτιατικήακριλικόακριλικήακριλικό
Κλητικήακριλικέακριλικήακριλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακριλικοίακριλικέςακριλικά
Γενικήακριλικώνακριλικώνακριλικών
Αιτιατικήακριλικούςακριλικέςακριλικά
Κλητικήακριλικοίακριλικέςακριλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →