ακριτοέπεια
•
- ο άκριτος λόγος, που χωρίς πολλή σκέψη και σύνεση φανερώνει κάποιο μυστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακριτοέπεια < άκριτος + -ο- + -έπεια (< -επής < αρχαία ελληνική ἔπος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακριτοέπεια | ακριτοέπειες |
| Γενική | ακριτοέπειας | ακριτοεπειών |
| Αιτιατική | ακριτοέπεια | ακριτοέπειες |
| Κλητική | ακριτοέπεια | ακριτοέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →