ακροατήριο
•
- το κοινό που παρακολουθεί κάποιο δρώμενο Βικιλεξικό
- Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης Βικιλεξικό
- Δικαστήριο και ακροατήριο γελούν για το μέγεθος του ψεύδους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
- η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροατήριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκροατήριον < ἀκροά(ομαι) + -τήριον (> -τήριο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροατήριο | ακροατήρια |
| Γενική | ακροατήριου / ακροατηρίου | ακροατηρίων |
| Αιτιατική | ακροατήριο | ακροατήρια |
| Κλητική | ακροατήριο | ακροατήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →