Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροβολιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ακροβολιστή ή ακροβολισμό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακροβολιστικός < ελληνιστική κοινή ἀκροβολιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακροβολιστικόςακροβολιστικήακροβολιστικό
Γενικήακροβολιστικούακροβολιστικήςακροβολιστικού
Αιτιατικήακροβολιστικόακροβολιστικήακροβολιστικό
Κλητικήακροβολιστικέακροβολιστικήακροβολιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακροβολιστικοίακροβολιστικέςακροβολιστικά
Γενικήακροβολιστικώνακροβολιστικώνακροβολιστικών
Αιτιατικήακροβολιστικούςακροβολιστικέςακροβολιστικά
Κλητικήακροβολιστικοίακροβολιστικέςακροβολιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →