ακροβούνι
•
- λογοτεχνικόη κορυφή του βουνού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροβούνι < ακρο- + βουν(ό) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροβούνι | ακροβούνια |
| Γενική | ακροβουνιού | ακροβουνιών |
| Αιτιατική | ακροβούνι | ακροβούνια |
| Κλητική | ακροβούνι | ακροβούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →