ακρογιαλίτικος
•
- λογοτεχνικόπου αφορά το ακρογιάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακρογιαλίτικος < ακρογιαλίτ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρογιαλίτικος | ακρογιαλίτικη | ακρογιαλίτικο |
| Γενική | ακρογιαλίτικου | ακρογιαλίτικης | ακρογιαλίτικου |
| Αιτιατική | ακρογιαλίτικο | ακρογιαλίτικη | ακρογιαλίτικο |
| Κλητική | ακρογιαλίτικε | ακρογιαλίτικη | ακρογιαλίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρογιαλίτικοι | ακρογιαλίτικες | ακρογιαλίτικα |
| Γενική | ακρογιαλίτικων | ακρογιαλίτικων | ακρογιαλίτικων |
| Αιτιατική | ακρογιαλίτικους | ακρογιαλίτικες | ακρογιαλίτικα |
| Κλητική | ακρογιαλίτικοι | ακρογιαλίτικες | ακρογιαλίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →