ακροδάχτυλο
•
- ανατομίαη άκρη του δακτύλου των χεριών ή των ποδιών Βικιλεξικό
- το μικρό δάχτυλο, ο ωτίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροδάχτυλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκροδάκτυλον (ο αντίχειρας), με παρερμηνεία: άκρη του δάχτυλου, όπως στο ἀκροδαχτυλίτσι. Μορφολογικά αναλύεται σε ακρο- + δάχτυλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροδάχτυλο | ακροδάχτυλα |
| Γενική | ακροδάχτυλου | ακροδάχτυλων |
| Αιτιατική | ακροδάχτυλο | ακροδάχτυλα |
| Κλητική | ακροδάχτυλο | ακροδάχτυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →