Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροθάλασσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ακροθαλασσιά και αντιστροφως, το τέλος της θάλασσας προς τη στεριά, η άκρια της θάλασσας Βικιλεξικό
    • K' η αττικιά ακροθάλασσα, και ξεχωρίζει μέσα
    • στην Άσπρη θάλασσα, και ζη στην αγκαλιά της μάννας,
    • ευγενικώτερη απ' αυτή και σάμπως πιο γαλάζια
    • (Παλαμάς, Η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι)

Ετυμολογία

ακροθάλασσα < άκρο και θάλασσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακροθάλασσαακροθάλασσες
Γενικήακροθάλασσαςακροθαλασσών
Αιτιατικήακροθάλασσαακροθάλασσες
Κλητικήακροθάλασσαακροθάλασσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →