Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροθαλάσσιος

/a.kɾo.θaˈla.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόπου βρίσκεται στην ακροθαλασσιά Βικιλεξικό
    • Τ’ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου / ναού, στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι, / χορταριασμένα κείτονται. Γελάει / γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Ετυμολογία

ακροθαλάσσιος < ακρο- + θάλασσ(α) + -ιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακροθαλάσσιοςακροθαλάσσιαακροθαλάσσιο
Γενικήακροθαλάσσιουακροθαλάσσιαςακροθαλάσσιου
Αιτιατικήακροθαλάσσιοακροθαλάσσιαακροθαλάσσιο
Κλητικήακροθαλάσσιεακροθαλάσσιαακροθαλάσσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακροθαλάσσιοιακροθαλάσσιεςακροθαλάσσια
Γενικήακροθαλάσσιωνακροθαλάσσιωνακροθαλάσσιων
Αιτιατικήακροθαλάσσιουςακροθαλάσσιεςακροθαλάσσια
Κλητικήακροθαλάσσιοιακροθαλάσσιεςακροθαλάσσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →