ακροθαλάσσιος
•
- λογοτεχνικόπου βρίσκεται στην ακροθαλασσιά Βικιλεξικό
- Τ’ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου / ναού, στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι, / χορταριασμένα κείτονται. Γελάει / γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.
Ετυμολογία
ακροθαλάσσιος < ακρο- + θάλασσ(α) + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροθαλάσσιος | ακροθαλάσσια | ακροθαλάσσιο |
| Γενική | ακροθαλάσσιου | ακροθαλάσσιας | ακροθαλάσσιου |
| Αιτιατική | ακροθαλάσσιο | ακροθαλάσσια | ακροθαλάσσιο |
| Κλητική | ακροθαλάσσιε | ακροθαλάσσια | ακροθαλάσσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροθαλάσσιοι | ακροθαλάσσιες | ακροθαλάσσια |
| Γενική | ακροθαλάσσιων | ακροθαλάσσιων | ακροθαλάσσιων |
| Αιτιατική | ακροθαλάσσιους | ακροθαλάσσιες | ακροθαλάσσια |
| Κλητική | ακροθαλάσσιοι | ακροθαλάσσιες | ακροθαλάσσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →