ακροπατώ
•
- πατώ στις μύτες των ποδιών Βικιλεξικό
- μεταφορικάβαδίζω με προσοχή και ήσυχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροπατώ < ακρο- + πατώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακροπατάω / ακροπατώ | ακροπατάς | ακροπατά / ακροπατάει | ακροπατάμε / ακροπατούμε | ακροπατάτε | ακροπατάν / ακροπατάνε / ακροπατούν / ακροπατούνε |
| Παρατατικός | ακροπατούσα | ακροπατούσες | ακροπατούσε | ακροπατούσαμε | ακροπατούσατε | ακροπατούσαν / ακροπατούσανε |
| Αόριστος | ακροπάτησα | ακροπάτησες | ακροπάτησε | ακροπατήσαμε | ακροπατήσατε | ακροπάτησαν / ακροπατήσαν / ακροπατήσανε |
| Μέλλοντας | θα ακροπατάω / θα ακροπατήσω / θα ακροπατώ | θα ακροπατάς / θα ακροπατήσεις | θα ακροπατά / θα ακροπατάει / θα ακροπατήσει | θα ακροπατάμε / θα ακροπατήσουμε / θα ακροπατούμε | θα ακροπατάτε / θα ακροπατήσετε | θα ακροπατάν / θα ακροπατάνε / θα ακροπατήσουν / θα ακροπατήσουνε / θα ακροπατούν / θα ακροπατούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακροπατήσει | έχεις ακροπατήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακροπατήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακροπατήσει / να ακροπατάω / να ακροπατήσω / να ακροπατώ | να έχεις ακροπατήσει / να ακροπατάς / να ακροπατήσεις | να ακροπατά / να ακροπατάει / να ακροπατήσει | να ακροπατάμε / να ακροπατήσουμε / να ακροπατούμε | να ακροπατάτε / να ακροπατήσετε | να ακροπατάν / να ακροπατάνε / να ακροπατήσουν / να ακροπατήσουνε / να ακροπατούν / να ακροπατούνε |
| Προστακτική | — | ακροπάτα / ακροπάταγε / ακροπάτησε | — | — | ακροπατάτε / ακροπατήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →