ακροποσθία
•
- ιατρικήτο άκρο της πόσθης που καλύπτει τη βάλανο του πέους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροποσθία < αρχαία ελληνική ἀκροποσθία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροποσθία | ακροποσθίες |
| Γενική | ακροποσθίας | ακροποσθιών |
| Αιτιατική | ακροποσθία | ακροποσθίες |
| Κλητική | ακροποσθία | ακροποσθίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →