ακροπύργιο
•
- ο ψηλότερος πυργίσκος σε φρούριο Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο ασφαλέστερο δυνατόν σημείο Βικιλεξικό
- το μετερίζι, ο τελευταίος σύμμαχος, η τελευταία άμυνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακροπύργιο < μεσαιωνική ελληνική ἀκροπύργιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροπύργιο | ακροπύργια |
| Γενική | ακροπυργίου / ακροπύργιου | ακροπυργίων |
| Αιτιατική | ακροπύργιο | ακροπύργια |
| Κλητική | ακροπύργιο | ακροπύργια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →