ακροσωλήνιο
•
- η άκρη οποιουδήποτε σωλήνα, π.χ. αμμοβολής, υδροβολής, φλογοβόλου κ.λπ. Βικιλεξικό
- ειδικότερατο μεταλλικό εξάρτημα που φέρεται στην άκρη του πυροσβεστήρα ή του πυροσβεστικού σωλήνα (μάνικα) που χειρίζεται ο πυροσβέστης Βικιλεξικό
- Υπάρχουν διάφοροι τύποι ακροσωληνίων καθώς και μικτής εξακόντισης είτε σε δέσμη (τζετ), είτε σε διασπορά (σπρέι) για καταιονισμό.
Ετυμολογία
ακροσωλήνιο < → λείπει η ετυμολογία ακρο- < σωλήνας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακροσωλήνιο | ακροσωλήνια |
| Γενική | ακροσωλήνιου / ακροσωληνίου | ακροσωληνίων |
| Αιτιατική | ακροσωλήνιο | ακροσωλήνια |
| Κλητική | ακροσωλήνιο | ακροσωλήνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →