Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακροσωλήνιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η άκρη οποιουδήποτε σωλήνα, π.χ. αμμοβολής, υδροβολής, φλογοβόλου κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. ειδικότερατο μεταλλικό εξάρτημα που φέρεται στην άκρη του πυροσβεστήρα ή του πυροσβεστικού σωλήνα (μάνικα) που χειρίζεται ο πυροσβέστης Βικιλεξικό
    • Υπάρχουν διάφοροι τύποι ακροσωληνίων καθώς και μικτής εξακόντισης είτε σε δέσμη (τζετ), είτε σε διασπορά (σπρέι) για καταιονισμό.

Ετυμολογία

ακροσωλήνιο < → λείπει η ετυμολογία ακρο- < σωλήνας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακροσωλήνιοακροσωλήνια
Γενικήακροσωλήνιου / ακροσωληνίουακροσωληνίων
Αιτιατικήακροσωλήνιοακροσωλήνια
Κλητικήακροσωλήνιοακροσωλήνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →