Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρωτήριο

/a.kɾoˈti.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γεωγραφίατμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα (και ακρωτήρι) Βικιλεξικό
    • Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρω­τήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
  2. αρχιτεκτονικήκεραμικό ή μαρμάρινο διακοσμητικό στοιχείο της στέγης, κυρίως του αετώματος Βικιλεξικό
  3. ανθρώπινο σώματμήμα του αυτιού που βρίσκεται πίσω από τον τυμπανικό υμένα στο κοίλο του τυμπάνου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακρωτήριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρωτήριον < ἄκρος + -τήριον (-τήριο) Συγκρίνετε με το ακρωτήρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακρωτήριοακρωτήρια
Γενικήακρωτήριου / ακρωτηρίουακρωτηρίων
Αιτιατικήακρωτήριοακρωτήρια
Κλητικήακρωτήριοακρωτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →