Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρόπολη

/aˈkɾo.po.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχαιολογίαύψωμα που παρείχε προστασία και γι' αυτό το λόγο γινόταν ο τόπος εγκατάστασης ενός οικισμού κατά τους προϊστορικούς χρόνους Βικιλεξικό
  2. το υψηλότερο μέρος μιας αρχαίας ή βυζαντινής πόλης. Εκεί έβρισκαν οι πολίτες της ένα ύστατο καταφύγιο σε περίπτωση πολέμου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο τόπος που συνδέθηκε καθοριστικά με την ανάπτυξη και την πορεία ενός λαού ή κινήματος κλπ Βικιλεξικό
    • το Σούλι και η Μάνη υπήρξαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας δυο ακροπόλεις του ελληνισμού

Ετυμολογία

ακρόπολη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρόπολις + -η. Συγχρονικά αναλύεται σε ακρό- + -πολη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακρόποληακροπόλεις
Γενικήακρόποληςακροπόλεων
Αιτιατικήακρόποληακροπόλεις
Κλητικήακρόποληακροπόλεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →