ακρόπολη
•
- αρχαιολογίαύψωμα που παρείχε προστασία και γι' αυτό το λόγο γινόταν ο τόπος εγκατάστασης ενός οικισμού κατά τους προϊστορικούς χρόνους Βικιλεξικό
- το υψηλότερο μέρος μιας αρχαίας ή βυζαντινής πόλης. Εκεί έβρισκαν οι πολίτες της ένα ύστατο καταφύγιο σε περίπτωση πολέμου Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τόπος που συνδέθηκε καθοριστικά με την ανάπτυξη και την πορεία ενός λαού ή κινήματος κλπ Βικιλεξικό
- το Σούλι και η Μάνη υπήρξαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας δυο ακροπόλεις του ελληνισμού
Ετυμολογία
ακρόπολη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρόπολις + -η. Συγχρονικά αναλύεται σε ακρό- + -πολη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρόπολη | ακροπόλεις |
| Γενική | ακρόπολης | ακροπόλεων |
| Αιτιατική | ακρόπολη | ακροπόλεις |
| Κλητική | ακρόπολη | ακροπόλεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →