ακρόπρωρο
•
- ναυτικός όροςξύλινο σκαλιστό κόσμημα που έφεραν άλλοτε τα ιστιοφόρα στην πλώρη τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακρόπρωρο < άκρο + πρώρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρόπρωρο | ακρόπρωρα |
| Γενική | ακρόπρωρου | ακρόπρωρων |
| Αιτιατική | ακρόπρωρο | ακρόπρωρα |
| Κλητική | ακρόπρωρο | ακρόπρωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →