ακρώμιο
•
- ανατομίαη προέκταση της άκανθας της ωμοπλάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακρώμιο < αρχαία ελληνική ἀκρώμιον < ἀκρ- + -ώμιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακρώμιο | ακρώμια |
| Γενική | ακρωμίου / ακρώμιου | ακρωμίων |
| Αιτιατική | ακρώμιο | ακρώμια |
| Κλητική | ακρώμιο | ακρώμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →