Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακρώμιο

/aˈkɾo.mi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανατομίαη προέκταση της άκανθας της ωμοπλάτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακρώμιο < αρχαία ελληνική ἀκρώμιον < ἀκρ- + -ώμιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακρώμιοακρώμια
Γενικήακρωμίου / ακρώμιουακρωμίων
Αιτιατικήακρώμιοακρώμια
Κλητικήακρώμιοακρώμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →