ακτίνη
•
- βιολογίασυσταλτή πρωτεΐνη που βρίσκεται στους μυς όλων των ζώων, από τα πρωτόζωα, τα σπονδυλωτά και στα μικρονήματα όλων των κυττάρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακτίνη < γερμανική Aktin < λατινική actus (= κίνηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτίνη | ακτίνες |
| Γενική | ακτίνης | ακτινών |
| Αιτιατική | ακτίνη | ακτίνες |
| Κλητική | ακτίνη | ακτίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →