ακταιωρός
•
- ναυτικός όροςσκάφος του λιμενικού σώματος ή του πολεμικού ναυτικού που περιπολώντας επιβλέπει και φυλάσσει τις ακτές Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάφύλακας των ακτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακταιωρός < ἀκταιωρός < αρχαία ελληνική ἀκταία(θηλυκό του ἀκταῖος) ή < ἀκταί (πληθυντικός του ἀκτή) + -ωρός μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική garde-côte
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακταιωρός | ακταιωροί |
| Γενική | ακταιωρού | ακταιωρών |
| Αιτιατική | ακταιωρό | ακταιωρούς |
| Κλητική | ακταιωρέ | ακταιωροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →