ακτημοσύνη
•
- η κατάσταση του ακτήμονα, ο οποίος δεν έχει κανένα κτήμα, καμία ακίνητη περιουσία Βικιλεξικό
- μεταφορικάη φτώχεια, η ένδεια Βικιλεξικό
- η έλλειψη ακίνητης περιουσίας Βικιλεξικό
- η ακτημοσύνη στον μοναχισμό
Ετυμολογία
ακτημοσύνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκτημοσύνη < αρχαία ελληνική ἀκτήμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτημοσύνη | ακτημοσύνες |
| Γενική | ακτημοσύνης | ακτημοσυνών |
| Αιτιατική | ακτημοσύνη | ακτημοσύνες |
| Κλητική | ακτημοσύνη | ακτημοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →