ακτινενέργεια
•
- φυσικήη ραδιενέργεια, η εκπομπή ακτίνων (πχ. σωματιδίων άλφα) από πυρήνες ορισμένων ατόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακτινενέργεια < ακτιν- + ενέργεια, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική radio-activité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτινενέργεια | ακτινενέργειες |
| Γενική | ακτινενέργειας | ακτινενεργειών |
| Αιτιατική | ακτινενέργεια | ακτινενέργειες |
| Κλητική | ακτινενέργεια | ακτινενέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →