Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτινοβολία

/a.kti.no.voˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήεκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων Βικιλεξικό
    • Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 103)
  2. η γοητεία Βικιλεξικό
    • η αριστερά έμοιαζε να είχε χάσει την ακτινοβολία της, αλλά με το μνημόνιο...
    • ήταν φοβερός ρήτορας, τον παρακολουθούσαμε με ανοιχτό στόμα, αλλά γέρασε και έχασε την ακτινοβολία του

Ετυμολογία

ακτινοβολία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκτινοβολία : (όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική radiation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακτινοβολίαακτινοβολίες
Γενικήακτινοβολίαςακτινοβολιών
Αιτιατικήακτινοβολίαακτινοβολίες
Κλητικήακτινοβολίαακτινοβολίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →