ακτινοβολώ
•
- λάμπω και φωτίζω ως αντικείμενο, εκπέμπω ακτίνες φωτός Βικιλεξικό
- ακτινοβολεί ο ήλιος
- λάμπω εσωτερικά (από χαρά, θετικά συναισθήματα) ή εξωτερικά, εκπέμπω κάτι θετικό Βικιλεξικό
- το κορίτσι ακτινοβολούσε όταν αγόραζε το νυφικό του
- το κορίτσι ακτινοβολούσε υγεία, νιάτα
- έχω αίγλη Βικιλεξικό
- εκπέμπω κάτι σε μορφή ακτίνων που δεν είναι ορατό Βικιλεξικό
- ακτινοβολεί ραδιενέργεια, θερμότητα,
Ετυμολογία
ακτινοβολώ < ελληνιστική κοινή ἀκτινοβολῶ, συνηρημένου τύπου του ἀκτινοβολέω. Συγχρονικά αναλύεται σε ακτινο- + -βολώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακτινοβολώ | ακτινοβολείς | ακτινοβολεί | ακτινοβολούμε | ακτινοβολείτε | ακτινοβολούν / ακτινοβολούνε |
| Παρατατικός | ακτινοβολούσα | ακτινοβολούσες | ακτινοβολούσε | ακτινοβολούσαμε | ακτινοβολούσατε | ακτινοβολούσαν / ακτινοβολούσανε |
| Αόριστος | ακτινοβόλησα | ακτινοβόλησες | ακτινοβόλησε | ακτινοβολήσαμε | ακτινοβολήσατε | ακτινοβολήσαν / ακτινοβολήσανε / ακτινοβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα ακτινοβολήσω / θα ακτινοβολώ | θα ακτινοβολήσεις / θα ακτινοβολείς | θα ακτινοβολήσει / θα ακτινοβολεί | θα ακτινοβολήσουμε / θα ακτινοβολούμε | θα ακτινοβολήσετε / θα ακτινοβολείτε | θα ακτινοβολήσουν / θα ακτινοβολήσουνε / θα ακτινοβολούν / θα ακτινοβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακτινοβολήσει | έχεις ακτινοβολήσει | έχει ακτινοβολήσει | έχουμε ακτινοβολήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακτινοβολήσει | είχες ακτινοβολήσει | είχε ακτινοβολήσει | είχαμε ακτινοβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσω / να ακτινοβολώ | να έχεις ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσεις / να ακτινοβολείς | να έχει ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσει / να ακτινοβολεί | να έχουμε ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσουμε / να ακτινοβολούμε | να ακτινοβολήσετε / να ακτινοβολείτε | να ακτινοβολήσουν / να ακτινοβολήσουνε / να ακτινοβολούν / να ακτινοβολούνε |
| Προστακτική | — | ακτινοβόλησε | — | — | ακτινοβολήστε / ακτινοβολείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ακτινοβολήθηκαακτινοβολούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →