Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτινοβολώ

/a.kti.no.voˈlo/ρήμα
•
  1. λάμπω και φωτίζω ως αντικείμενο, εκπέμπω ακτίνες φωτός Βικιλεξικό
    • ακτινοβολεί ο ήλιος
  2. λάμπω εσωτερικά (από χαρά, θετικά συναισθήματα) ή εξωτερικά, εκπέμπω κάτι θετικό Βικιλεξικό
    • το κορίτσι ακτινοβολούσε όταν αγόραζε το νυφικό του
    • το κορίτσι ακτινοβολούσε υγεία, νιάτα
  3. έχω αίγλη Βικιλεξικό
  4. εκπέμπω κάτι σε μορφή ακτίνων που δεν είναι ορατό Βικιλεξικό
    • ακτινοβολεί ραδιενέργεια, θερμότητα,

Ετυμολογία

ακτινοβολώ < ελληνιστική κοινή ἀκτινοβολῶ, συνηρημένου τύπου του ἀκτινοβολέω. Συγχρονικά αναλύεται σε ακτινο- + -βολώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςακτινοβολώακτινοβολείςακτινοβολείακτινοβολούμεακτινοβολείτεακτινοβολούν / ακτινοβολούνε
Παρατατικόςακτινοβολούσαακτινοβολούσεςακτινοβολούσεακτινοβολούσαμεακτινοβολούσατεακτινοβολούσαν / ακτινοβολούσανε
Αόριστοςακτινοβόλησαακτινοβόλησεςακτινοβόλησεακτινοβολήσαμεακτινοβολήσατεακτινοβολήσαν / ακτινοβολήσανε / ακτινοβόλησαν
Μέλλονταςθα ακτινοβολήσω / θα ακτινοβολώθα ακτινοβολήσεις / θα ακτινοβολείςθα ακτινοβολήσει / θα ακτινοβολείθα ακτινοβολήσουμε / θα ακτινοβολούμεθα ακτινοβολήσετε / θα ακτινοβολείτεθα ακτινοβολήσουν / θα ακτινοβολήσουνε / θα ακτινοβολούν / θα ακτινοβολούνε
Παρακείμενοςέχω ακτινοβολήσειέχεις ακτινοβολήσειέχει ακτινοβολήσειέχουμε ακτινοβολήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ακτινοβολήσειείχες ακτινοβολήσειείχε ακτινοβολήσειείχαμε ακτινοβολήσει——
Υποτακτικήνα έχω ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσω / να ακτινοβολώνα έχεις ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσεις / να ακτινοβολείςνα έχει ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσει / να ακτινοβολείνα έχουμε ακτινοβολήσει / να ακτινοβολήσουμε / να ακτινοβολούμενα ακτινοβολήσετε / να ακτινοβολείτενα ακτινοβολήσουν / να ακτινοβολήσουνε / να ακτινοβολούν / να ακτινοβολούνε
Προστακτική—ακτινοβόλησε——ακτινοβολήστε / ακτινοβολείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ακτινοβολήθηκαακτινοβολούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →