Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτινολόγος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήεπιστήμονας ή τεχνικός εξειδικευμένος στην ακτινολογία Βικιλεξικό
    • ώσπου στο τέλος αρκούντως μακρυμάλλης, γιεγιές κι αληταράς, γνώρισε το εβδομήντα, εβδομήντα ένα μια τρελιάρα που την παντρεύτηκε σε δυό μήνες κι αυτή ήταν η απαρχή μιας σταδιοδρομίας, τριών γάμων, τριών παιδιών και μιας μεσόκοπης μοναξιάς του φίλου μου του ακτινολόγου (Πάνος Θεοδωρίδης, Το ροκ των Μακεδόνων, εκδ. Ιανός, 1998, σελ. 145)

Ετυμολογία

ακτινολόγος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακτινολόγοςακτινολόγοι
Γενικήακτινολόγουακτινολόγων
Αιτιατικήακτινολόγοακτινολόγους
Κλητικήακτινολόγεακτινολόγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →