Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακτινομυκητίαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήμακροχρόνια λοίμωξη που προέρχεται από ακτινομύκητες, που προσβάλλει τους μαλακούς ιστούς (λ.χ. το δέρμα και τους πνεύμονες), προκαλώντας πληγές (έλκη) και πυώδη αποστήματα Βικιλεξικό
  2. κτηνιατρικήχρόνια αρρώστια κυρίως των βοοειδών, που εντοπίζεται με πρήξιμο των οστών της κεφαλής λόγω εμπύωσης και δημιουργίας συριγγίων απ΄ όπου και τρέχει πύο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ακτινομυκητίαση < ακτινομύκητ(ας) + -ίαση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήακτινομυκητίασηακτινομυκητιάσεις
Γενικήακτινομυκητίασηςακτινομυκητιάσεων
Αιτιατικήακτινομυκητίασηακτινομυκητιάσεις
Κλητικήακτινομυκητίασηακτινομυκητιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →