ακτινομυκητίαση
•
- ιατρικήμακροχρόνια λοίμωξη που προέρχεται από ακτινομύκητες, που προσβάλλει τους μαλακούς ιστούς (λ.χ. το δέρμα και τους πνεύμονες), προκαλώντας πληγές (έλκη) και πυώδη αποστήματα Βικιλεξικό
- κτηνιατρικήχρόνια αρρώστια κυρίως των βοοειδών, που εντοπίζεται με πρήξιμο των οστών της κεφαλής λόγω εμπύωσης και δημιουργίας συριγγίων απ΄ όπου και τρέχει πύο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακτινομυκητίαση < ακτινομύκητ(ας) + -ίαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτινομυκητίαση | ακτινομυκητιάσεις |
| Γενική | ακτινομυκητίασης | ακτινομυκητιάσεων |
| Αιτιατική | ακτινομυκητίαση | ακτινομυκητιάσεις |
| Κλητική | ακτινομυκητίαση | ακτινομυκητιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →