ακτινοσκοπώ
•
- διενεργώ εξέταση για πρόβλημα υγείας χρησιμοποιώντας ακτίνες Χ Βικιλεξικό
- διερευνώ, εξετάζω κάτι με τη χρήση ακτινοβολίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακτινοσκοπώ < ἀκτινοσκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακτινοσκοπώ | ακτινοσκοπείς | ακτινοσκοπεί | ακτινοσκοπούμε | ακτινοσκοπείτε | ακτινοσκοπούν / ακτινοσκοπούνε |
| Παρατατικός | ακτινοσκοπούσα | ακτινοσκοπούσες | ακτινοσκοπούσε | ακτινοσκοπούσαμε | ακτινοσκοπούσατε | ακτινοσκοπούσαν / ακτινοσκοπούσανε |
| Αόριστος | ακτινοσκόπησα | ακτινοσκόπησες | ακτινοσκόπησε | ακτινοσκοπήσαμε | ακτινοσκοπήσατε | ακτινοσκοπήσαν / ακτινοσκοπήσανε / ακτινοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα ακτινοσκοπήσω / θα ακτινοσκοπώ | θα ακτινοσκοπήσεις / θα ακτινοσκοπείς | θα ακτινοσκοπήσει / θα ακτινοσκοπεί | θα ακτινοσκοπήσουμε / θα ακτινοσκοπούμε | θα ακτινοσκοπήσετε / θα ακτινοσκοπείτε | θα ακτινοσκοπήσουν / θα ακτινοσκοπήσουνε / θα ακτινοσκοπούν / θα ακτινοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακτινοσκοπήσει | έχεις ακτινοσκοπήσει | έχει ακτινοσκοπήσει | έχουμε ακτινοσκοπήσει | έχετε ακτινοσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακτινοσκοπήσει | είχες ακτινοσκοπήσει | είχε ακτινοσκοπήσει | είχαμε ακτινοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακτινοσκοπήσει / να ακτινοσκοπήσω / να ακτινοσκοπώ | να έχεις ακτινοσκοπήσει / να ακτινοσκοπήσεις / να ακτινοσκοπείς | να έχει ακτινοσκοπήσει / να ακτινοσκοπήσει / να ακτινοσκοπεί | να έχουμε ακτινοσκοπήσει / να ακτινοσκοπήσουμε / να ακτινοσκοπούμε | να έχετε ακτινοσκοπήσει / να ακτινοσκοπήσετε / να ακτινοσκοπείτε | να ακτινοσκοπήσουν / να ακτινοσκοπήσουνε / να ακτινοσκοπούν / να ακτινοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | ακτινοσκόπει / ακτινοσκόπησε | — | — | ακτινοσκοπήστε / ακτινοσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →