ακτοπλοϊκός
•
- ναυτικός όροςπου σχετίζεται με την ακτοπλοΐα Βικιλεξικό
- ακτοπλοϊκές γραμμές
Ετυμολογία
ακτοπλοϊκός < ακτοπλο(ΐα) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτοπλοϊκός | ακτοπλοϊκή | ακτοπλοϊκό |
| Γενική | ακτοπλοϊκού | ακτοπλοϊκής | ακτοπλοϊκού |
| Αιτιατική | ακτοπλοϊκό | ακτοπλοϊκή | ακτοπλοϊκό |
| Κλητική | ακτοπλοϊκέ | ακτοπλοϊκή | ακτοπλοϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακτοπλοϊκοί | ακτοπλοϊκές | ακτοπλοϊκά |
| Γενική | ακτοπλοϊκών | ακτοπλοϊκών | ακτοπλοϊκών |
| Αιτιατική | ακτοπλοϊκούς | ακτοπλοϊκές | ακτοπλοϊκά |
| Κλητική | ακτοπλοϊκοί | ακτοπλοϊκές | ακτοπλοϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →