ακυβέρνητος
•
- χωρίς κυβερνήτη ή κυβέρνηση Βικιλεξικό
- ακυβέρνητη χώρα
- ο ανεξέλεγκτος, που δεν ελέγχεται, δεν κυβερνιέται Βικιλεξικό
- Η γνωστή τριλογία μυθιστορημάτων του Στρατή Τσίρκα είναι «Ακυβέρνητες πολιτείες».
- για όχημα / σκάφοςπου δεν κυβερνείται, δεν πηδαλιουχείται Βικιλεξικό
- που βρίσκεται σε όχημα ή σκάφος που δεν κυβερνιέται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακυβέρνητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκυβέρνητος Συγχρονικά αναλυέται σε α- στερητικό + (κυβερνώ) κυβερνη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακυβέρνητος | ακυβέρνητη | ακυβέρνητο |
| Γενική | ακυβέρνητου | ακυβέρνητης | ακυβέρνητου |
| Αιτιατική | ακυβέρνητο | ακυβέρνητη | ακυβέρνητο |
| Κλητική | ακυβέρνητε | ακυβέρνητη | ακυβέρνητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ακυβέρνητοι | ακυβέρνητες | ακυβέρνητα |
| Γενική | ακυβέρνητων | ακυβέρνητων | ακυβέρνητων |
| Αιτιατική | ακυβέρνητους | ακυβέρνητες | ακυβέρνητα |
| Κλητική | ακυβέρνητοι | ακυβέρνητες | ακυβέρνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →