ακυρολεκτώ
•
- δεν κυριολεκτώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακυρολεκτώ < ακυριολεκτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ακυρολεκτώ | ακυρολεκτείς | ακυρολεκτεί | ακυρολεκτούμε | ακυρολεκτείτε | ακυρολεκτούν / ακυρολεκτούνε |
| Παρατατικός | ακυρολεκτούσα | ακυρολεκτούσες | ακυρολεκτούσε | ακυρολεκτούσαμε | ακυρολεκτούσατε | ακυρολεκτούσαν / ακυρολεκτούσανε |
| Αόριστος | ακυρολέκτησα | ακυρολέκτησες | ακυρολέκτησε | ακυρολεκτήσαμε | ακυρολεκτήσατε | ακυρολέκτησαν / ακυρολεκτήσαν / ακυρολεκτήσανε |
| Μέλλοντας | θα ακυρολεκτήσω / θα ακυρολεκτώ | θα ακυρολεκτήσεις / θα ακυρολεκτείς | θα ακυρολεκτήσει / θα ακυρολεκτεί | θα ακυρολεκτήσουμε / θα ακυρολεκτούμε | θα ακυρολεκτήσετε / θα ακυρολεκτείτε | θα ακυρολεκτήσουν / θα ακυρολεκτήσουνε / θα ακυρολεκτούν / θα ακυρολεκτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ακυρολεκτήσει | έχεις ακυρολεκτήσει | έχει ακυρολεκτήσει | έχουμε ακυρολεκτήσει | έχετε ακυρολεκτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ακυρολεκτήσει | είχες ακυρολεκτήσει | είχε ακυρολεκτήσει | είχαμε ακυρολεκτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ακυρολεκτήσει / να ακυρολεκτήσω / να ακυρολεκτώ | να έχεις ακυρολεκτήσει / να ακυρολεκτήσεις / να ακυρολεκτείς | να έχει ακυρολεκτήσει / να ακυρολεκτήσει / να ακυρολεκτεί | να έχουμε ακυρολεκτήσει / να ακυρολεκτήσουμε / να ακυρολεκτούμε | να έχετε ακυρολεκτήσει / να ακυρολεκτήσετε / να ακυρολεκτείτε | να ακυρολεκτήσουν / να ακυρολεκτήσουνε / να ακυρολεκτούν / να ακυρολεκτούνε |
| Προστακτική | — | ακυρολέκτει / ακυρολέκτησε | — | — | ακυρολεκτήστε / ακυρολεκτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →