ακυρωσία
•
- νομικός όροςη ακύρωση μιας νομικά κατοχυρωμένης πράξης λόγω κάποιου νομικού κωλύματος ή ελαττώματός της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακυρωσία < (ελληνιστική κοινή) < ἀκυρόω < ἄκυρος < κῦρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακυρωσία | ακυρωσίες |
| Γενική | ακυρωσίας | ακυρωσιών |
| Αιτιατική | ακυρωσία | ακυρωσίες |
| Κλητική | ακυρωσία | ακυρωσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →